Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

Το στηθοσκόπιο





Ξύπνησε κλαίγοντας με λυγμούς, παλεύοντας ταυτόχρονα, να πάρει ανάσα. Ο λαιμός του σφιγμένος λες και μια μέγκενη συνέθλιβε τα μέσα του- και η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και άγρια, σχεδόν λες και ήθελε να βγει απο το κορμί του και να πετάξει για αλλού. Φόβος, μεγάλος φόβος και μια αίσθηση επερχόμενης συμφοράς τον έπνιγαν και έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα καθιστός στο κρεβάτι, προσπαθώντας να συνέλθει και να αποτινάξει απο πάνω του τα τελευταία ξέφτια του ονείρου, που τον είχε ξυπνήσει τόσο οδυνηρά. Η αλήθεια είναι ότι, δεν ένιωθαν καθόλου σαν ξέφτια: σαν δηλητήριο ένιωθαν, που κυκλοφορούσε στο αίμα του και κατέστρεφε τους ιστούς της Ψυχής του σιγά σιγά.

Ο παπάς πέθαινε στα χέρια του και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι αυτό. Πάλευε να τον βοηθήσει, μα, όπως συμβαίνει συνήθως στα όνειρα (αλλά δυστυχώς και στην πραγματικότητα πολλές φορές), δεν κατάφερνε να το κάνει, παρ' ότι γιατρός ο ίδιος. Τελικά, ο ηλικιωμένος ανθρωπάκος του Θεού,  πέθανε με το στόμα ανοιχτό να βγάζει αφρούς, κοιτώντας τον παρακλητικά στα μάτια. "Σωσε με! Κάνε κάτι!" του φώναζε το βλέμμα του. Δεν έκανε τίποτα για να τον σώσει- αντίθετα, τον έθαψε κιόλας. Μόνος του. Στην ερημιά. Άνοιξε ένα λάκκο στο χώμα με τα νύχια του και έχωσε τον γερο κληρικό μέσα, πιέζοντας το σώμα του προς τα κάτω, μέχρι που το χώμα άρχισε να τον σκεπάζει απο μόνο του και να τον εξαφανίζει, μπροστά στα μάτια του. Τον τρέλαινε αυτό που έκανε- το μισούσε και το αντιμαχόταν με όλο του το είναι, αλλά συνέχισε να το κάνει. Τελευταία εικόνα, το ίδιο του το χέρι  να σπρώχνει το ράσο που κάλυπτε το άψυχο κορμί του γερο-παπά προς τα μέσα στη γη, πιεζοντας το στο ύψος του αριστερού ώμου.

Ήταν γιατρός- ταγμένος να σώζει ζωές και όχι να τις παίρνει ή να τις αφήνει να χάνονται- και αυτό το όνειρο τον τάραξε τόσο, που πετάχτηκε φωνάζοντας τους λυγμούς του. Η γυναίκα του ξύπνησε απο τις φωνές του και τον κοιτούσε τώρα ταραγμένη, καθισμένη δίπλα του στο κρεβάτι μέσα στο σκοτάδι, τα μάτια της όλο κατανόηση. Ήξερε, βλέπεις. Εκείνος, της χάιδεψε καθησυχαστικά το χέρι, το μυαλό του ακόμη στο όνειρο...Αυτό το χέρι στον ώμο του νεκρού... στο ύψος της κλείδας- πράγμα που του έφερε στο μυαλό αμέσως Εκείνη. Νωρίτερα, σε μια ακτινογραφία, είχε δει ένα μικρό ανεπαίσθητο κάταγμα στο ίδιο ακριβώς σημείο του κορμιού της: κάτω απο τον ώμο, στην αριστερή κλείδα. Δεν ήταν καινούριο- οι μεγάλοι άνθρωποι που πάσχουν απο ακαμψία, παθαίνουν πολύ συχνά, τέτοια κατάγματα: η παραμικρή κίνηση, το παραμικρό άγγιγμα κάποιου (όσο προσεκτικό και αν είναι), τα προκαλεί εύκολα- σαν να τσαλακώνεις ένα πολύ λεπτό χαρτί, άθελα σου. Περίεργο κάταγμα- δεν το είχε δει σε καμία απο τις προηγούμενες ακτινογραφίες της, τόσα χρόνια που την φρόντιζε- λες και δεν ήθελε να φανεί- λες και περίμενε το όνειρο του με τον παπά να γεννηθεί μέσα του.

Και ξαφνικά, κατάλαβε. Πετάχτηκε όρθιας και άρπαξε το τηλέφωνο με χέρια που έτρεμαν. Ετρεμαν περίεργα πολύ και όλο έχανε τα πλήκτρα μέσα στον πανικό του. Με το που νόμισε πως τα κατάφερε και πάτησε το πλήκτρο κλήσης, άκουσε την γνωστή φωνή απο την άλλη μεριά της γραμμής: "Γιατρέ! Τρέξτε! Πεθαίνει!". Τον καλούσανε απο το σπίτι της, την ίδια στιγμή που καλούσε και εκείνος.  Έμεινε για ελάχιστα δευτερόλεπτα ακίνητος, νιώθοντας το γνώριμο βάρος να τον συνθλίβει και έπειτα, έτρεξε να φορέσει ρούχα και να βγει απο το σπίτι σαν να τον κυνηγούσαν. Η διαδρομή με το αυτοκίνητο δεν πρέπει να κράτησε πάνω απο είκοσι λεπτά- ήταν άλλωστε, πολύ νωρίς ακόμη για να έχει κίνηση και έτρεχε και σαν δαιμονισμένος. Έφτασε στο σπίτι της τελικά, αφού την είχε πάρει το ασθενοφόρο- και βλέποντας το άδειο της κρεβάτι, του ήρθε να ουρλιάξει. Αλλά δεν το έκανε. Ξαναμπήκε τρέχοντας στο ασανσέρ και όρμησε για το νοσοκομείο, νιώθοντας όλα τα γνώριμα συναισθήματα, για άλλη μια φορά. Την πρόλαβε ζωντανή, τουλάχιστον. Για να της κλείσει τα μάτια οριστικά, ο ίδιος, κάνα δεκάλεπτο πιο μετά. Η μορφή της επάνω στο χειρουργικό τραπέζι, έμοιαζε ακόμη πιο αξιολύπητη απο πριν- σαν ένα πεθαμένο πουλάκι.

Αργότερα, πολύ αργότερα, βγήκε έξω και περπάτησε μόνος του, μακρυά απο όλους. Για άλλη μια φορά, του είχε προαναγγελθεί ένας θάνατος προσφιλούς του προσώπου, μέσα απο ένα όνειρο. Έτσι είχε μάθει για το θάνατο του πατέρα του. Της αδερφής του. Του Μάριου, του ανθρώπου που τον είχε βοηθήσει πολύ, όταν πρωτοήρθε εδω. Και κάποιων άλλων, πολύ ξεχωριστών γι αυτόν, ανθρώπων. Μέσα απο ενα όνειρο, που ερχόταν πάντα την στιγμή του θανάτου τους- σαν προάγγελος αυτού. Σε αυτόν. Τον γιατρό. Που ζούσε για να σώζει ζωές. Περίεργο χάρισμα και αυτό έ? Απέφευγε να το συζητάει ή να το περιγράφει σε άλλους, γιατί πίστευε ότι θα ακουγότανε τρελό. Και γενικά, ο Λεονάρντο, ήταν πολύ κλειστός άνθρωπος- όπως είναι όλοι οι άνθρωποι που κουβαλάνε μέσα τους, άθελα τους, τα σκοτάδια, τον πόνο και τις πληγές του κόσμου όλου. Μεγάλο βάρος, κάτι τέτοιο. Και μεγάλη ευαισθησία επίσης, σε ένα κόσμο που ευνοούσε τους αναίσθητους και τους σκληρούς.

Όλες εκείνες τις φορές (και κάποιες άλλες ακόμα) είχε κλάψει μόνος του. Δεν του άρεσε να τον βλέπουν οι άλλοι να γίνεται συναισθηματικός. Η αλήθεια είναι ότι τον φόβιζε η ίδια η ευαισθησία του, κάποιες φορές. Έτσι και εκείνο το ξημέρωμα, μετά το θάνατο Εκείνης: μόλις ένιωσε να σπάει, απομακρύνθηκε απο τους υπόλοιπους, λέγοντας βεβιασμένα "δεν μπορώ, δεν..." και χώθηκε σε ένα ασανσέρ που βρήκε μπροστά του. Οι υπόλοιποι.... Να, πονούσε και αυτό, πολύ. Τέσσερα χρόνια τώρα, είχαν γίνει σαν μια οικογένεια και τώρα, πονούσε αδιόρθωτα, ο συγκεκριμένος θάνατος. Και ο ίδιος ήξερε καλα ότι, όσο περνούσαν οι μέρες, θα πονούσε όλο και περισσότερο. Έτσι είναι οι θάνατοι- και οι γέννες. Πόνος, που όλο αυξάνεται. Και σκάει και ξανασκάει κάθε φορά που ξεχνιέσαι.  Όπως κάθε φορά που, απο συνήθεια, έστριβε το αυτοκίνητο του προς το σπίτι Εκείνης, για να συνειδητοποιήσει λίγα μέτρα πιο κάτω, ότι Εκείνη δεν έμενε πια, εκεί. Ή όπως κάθε φορά που ασυναίσθητα, έπιανε το κινητό του για να τηλεφωνήσει σπίτι της, όπως έκανε τόσα χρόνια τώρα, τουλάχιστον είκοσι φορές την ημέρα. Μια απο αυτές τις φορές μάλιστα, κάλεσε στ αλήθεια τον αριθμό- και έμεινε για λίγο, να ακούει τον ήχο κλήσης, παρακαλώντας μέσα του, να το σηκώσει η Αγγελική. Και μετά, το έκλεισε αργά, μαλώνοντας τον εαυτό του για αυτή του την χαζομάρα, αφού ήξερε καλά ότι το συγκεκριμένο τηλέφωνο, χτυπούσε πια, σε ένα άδειο σπίτι.

Καμιά δεκαριά μέρες αργότερα, η Δώρα, του έφερε το στηθοσκόπιο του, μέσα στο μικρό πάνινο σακουλάκι που το φύλαγε πάντα. Αυτό, ήτανε το στηθοσκόπιο που είχε πάντα στο σπίτι Εκείνης, το "δικό της". Η Δώρα, το έβγαλε απο την τσάντα της με ένα χαμόγελο και του είπε: "Μου είπε η Αγγελική να σας το φέρω: είναι δικό σας, λέει". Στην θέα του, εκείνος πάγωσε- του βγήκε μια τρελή επιθυμία να σηκωθεί και να το βάλει στα πόδια. Δεν ήθελε να το πάρει: του θύμιζε όλα όσα είχανε χάσει και μαζί, Εκείνη που έφυγε. Την αδυναμία του να την κρατήσει στη ζωή, αυτός, ο γιατρός της. Υπήρξε μεγάλο στοίχημα Εκείνη, για τον Λεονάρντο. Οι ειδικές συνθήκες, βλέπεις.....

"Δεν το θέλω" της είπε, λίγο πιο απότομα απο ότι θα ήθελε- αλλά δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό του.

"Μα γιατί! Είναι δικό σας!" - η γυναίκα τον κοίταξε τώρα μπερδεμένη. Τι να της πει? Επέμεινε στην άρνηση του και η Δώρα το ξαναέβαλε στην τσάντα της, οπότε, έπιασε τον εαυτό του να της διηγείται ιστορίες διάφορες για λίγο, εκεί στο διάδρομο του νοσοκομείου, καθισμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο σε δύο καρέκλες. Της είπε και για τα όνειρα, για κάποιο μυστήριο Λόγο. Πραγματικά της είπε γι αυτά- όχι πολλά λόγια ίσως, αλλά, αν υπήρχε κάποιος που θα μπορούσε να καταλάβει, ήτανε σίγουρος πως θα ήτανε αυτή. Και για λίγη ώρα, ένιωσε όμορφα, επειδή θυμήθηκε Ιστορίες διάφορες απο τη ζωή Εκείνης, που υπήρξε όντως, ένας γρίφος. Κάποια στιγμή, η Δώρα ξαναβγαλε το στηθοσκόπιο απο την τσάντα της: "Σας παρακαλώ, θέλω να το πάρετε!".

Τελικά, το πήρε αυτη τη φορά, ίσως και με λαχτάρα. Το κράτησε στα χέρια του νιώθοντας περίεργα και λίγο συγκινημένος ξαφνικά. Μετά, πετάχτηκε πάνω και την αποχαιρέτησε βιαστικός. Περπάτησε γοργά στο διάδρομο, χώνοντας το στηθοσκόπιο με το πάνινο λευκό σακουλάκι του, στην τσέπη της ποδιάς του. Είχε ήδη αργήσει για κάμποσα ραντεβού με ασθενείς- και παρ' ότι, στα πρώτα δυο τρία τηλέφωνα που του έγιναν όσο μιλούσε με τη Δώρα, απάντησε κοφτά και λίγο εκνευρισμένα "θα έρθω σε λίγο- είμαι με ασθενή τώρα", ήξερε ότι ήδη την είχε παρατραβήξει, αυτή την ξαφνική συνάντηση στο διάδρομο, με την Δώρα και το στηθοσκόπιο Εκείνης.

Για λίγο, για όσο, η ζωή θα συνεχιζόταν όπως πάντα.

Μέχρι το επόμενο όνειρο- και έτρεμε απο τώρα, στην σκέψη του: δεν ηθελε να ξέρει.



(Για τον Λ.. Τον ευχαριστώ απο καρδιάς, για τα όσα μοιράστηκε μαζί μου σήμερα. )

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου